EN

study {noun}

volume_up
1. "office"
2. "research paper"
We feel that our study enhances academic understanding of the factors…
Πιστεύουμε ότι η μελέτη μας ενισχύει την ακαδημαϊκή κατανόηση των παραγόντων που...
The study that I began in 1960 is still continuing to this day.
Η μελέτη που ξεκίνησα το 1960 συνεχίζεται και σήμερα.
Our study serves as a window to an understanding of the process…
Η μελέτη μας οδηγεί σε μια διαδικασία κατανόησης...

Context sentences for "study" in Greek

These sentences come from external sources and may not be accurate. bab.la is not responsible for their content.

EnglishAnd we know from that study that when you want reality, you go to the needle.
Ξέρουμε από την αυτή την μελέτη ότι αν θες να γίνεις πιστευτός, χρησιμοποίησε βελόνα.
EnglishAnd it gives us a fantastic opportunity to actually study them, to get access to them.
Μας δίνεται η σπάνια ευκαιρία να τους μελετήσουμε, να τους προσεγγίσουμε.
EnglishWe feel that our study enhances academic understanding of the factors…
Πιστεύουμε ότι η μελέτη μας ενισχύει την ακαδημαϊκή κατανόηση των παραγόντων που...
English2:46 So what I did actually is to study this problem, and I found something quite surprising.
2:46 Αυτό που έκανα ήταν να μελετήσω το πρόβλημα, και βρήκα κάτι πολύ εκπληκτικό.
EnglishIs there a cost to study as an exchange student at your university?
Υπάρχει κόστος για να σπουδάσει κάποιος ως μαθητής ανταλλαγής στο πανεπιστήμιο σας;
EnglishA recent study found BPA in 93 percent of people six and older.
Μία πρόσφατη έρευνα εντόπισε ΒΡΑ στο 93 τοις εκατό των ανθρώπων άνω των 6 ετών.
EnglishThey live in the depths of the Congolese jungle, and it has been very difficult to study them.
Ζουν στα βάθη της ζούγκλας του Κογκό και είναι πολύ δύσκολη η μελέτη τους.
English1:24 Now there's a reason why I study this, versus traditional anthropology.
1:24 Υπάρχει, λοιπόν, ένας λόγος για τον οποίο τα μελετάω αυτά, αντί για την παραδοσιακή ανθρωπολογία.
EnglishSomehow she found time to study English and gain IT qualifications.
Με κάποιον τρόπο βρήκε το χρόνο να μελετήσει αγγλικά και να πάρει πιστοποιητικά πληροφορικής.
EnglishSo here's a study of change in people's personal values over time.
Εδώ είναι μια μελέτη για την αλλαγή στις ατομικές αξίες των ανθρώπων με την πάροδο του χρόνου.
EnglishSo we commissioned an economic feasibility study to try to make the case.
Έτσι αναθέσαμε σε τρίτους τη διεξαγωγή μιας μελέτης οικονομικής εφικτότητας για να στηρίξουμε το έργο.
EnglishAnd I study that in the natural world, the interconnectedness of species.
Τη μελετώ στο φυσικό κόσμο, στην αλληλεξάρτηση των ειδών.
EnglishLet's study some moral psychology and see where it takes us.
Ας μελετήσουμε λίγη ηθική ψυχολογία και να δούμε που θα μας βγάλει.
EnglishOne of them, from anthropology, is the study of human universals.
Μια από αυτές, από τον τομέα της ανθρωπολογίας, είναι η μελέτη των γενικών ανθρώπινων γνωρισμάτων.
EnglishA recent study showed that the young generation alone is spending over eight hours a day online.
Μια πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι η νέα γενιά μόνο ξοδεύει πάνω από οκτώ ώρες την ημέρα στο διαδίκτυο.
EnglishSo what equations are for physics, complex networks are for the study of complex systems.
Αυτό λοιπόν που στη φυσική κάνουν οι εξισώσεις, το κάνουν τα σύνθετα δίκτυα στη μελέτη σύνθετων συστημάτων.
EnglishWe have even managed to make the study of literature arcane.
Κάναμε ακόμα και τη διδασκαλία της λογοτεχνίας κάτι το σκοτεινό.
EnglishYou interact with your doctor and you get enrolled in the study.
Αλληλεπιδράτε με το γιατρό σας και συμμετέχετε στη μελέτη.
EnglishSo in my lab, we study how bees keep themselves healthy.
Στο εργαστήριό μου, μελετάμε πώς οι μέλισσες παραμένουν υγιείς.
EnglishThe study that I began in 1960 is still continuing to this day.
Η μελέτη που ξεκίνησα το 1960 συνεχίζεται και σήμερα.
Other dictionary words