"γόνιμος" English translation

EL

"γόνιμος" in English

EL γόνιμος
volume_up
{adjective masculine}

1. general

γόνιμος
volume_up
fecund {adj.}
γόνιμος

2. "για ζώα και φυτά"

γόνιμος (also: πολυγράφος)