"καλαίσθητος" English translation

EL

"καλαίσθητος" in English

EL καλαίσθητος
volume_up
{adjective masculine}

καλαίσθητος (also: αισθητικός)
καλαίσθητος (also: περίτεχνος)
volume_up
artistic {adj.} (aesthetically pleasing)
καλαίσθητος (also: αισθητικός)